Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Ψηφίζω ΠΑΣΟΚ – ΝΔ αλλά το ξέρω μόνο εγώ…


Όπου σταθεί και όπου βρεθεί κανείς ακούει για τις ευθύνες των δύο κομμάτων που διακυβέρνησαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια και το πως οδήγησαν την Ελλάδα στην τωρινή, άθλια κατάσταση.

Παντού ακούς τις ίδιες φράσεις:
«Δεν ξέρω τι θα ψηφίσω, σίγουρα όμως όχι κάποιο από τα δύο «μεγάλα» κόμματα»
«Ψηφίστε ό,τι θέλετε εκτός από ΠΑΣΟΚ-ΝΔ»
«Αυτοί που μας οδήγησαν εδώ, δεν είναι δυνατό να μας βγάλουν από την κρίση»
κτλ.

Σωστές οι παραπάνω φράσεις και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται περισσότερο στο ποια να επιλέξει ή﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽κθολογικγουμισμ επιροέκανείς από τις εναλλακτικές προτάσεις και για ποιους λόγους.
Αν τολμήσει κανείς να υποστηρίξει μια ενδεχόμενη προτίμηση προς τον δικομματισμό, συνήθως δέχεται επιθέσεις (και από δεξιά και από αριστερά) και έρχεται στην, ομολογουμένως, δύσκολη θέση να υπερασπιστεί τα αδικαιολόγητα!

Αυτό που παρατηρεί, τελικά, κάποιος είναι ότι υπάρχει μια σημαντική μερίδα πολιτών που επιλέγουν να αποφύγουν την «έκθεση» αυτού του είδους και προτιμούν να εκφράζουν δημοσίως πιο politically correct θέσεις.

Ντρέπονται (φυσικά) για τις επιλογές τους και δηλώνουν ότι δεν ξέρουν ακόμα τι θα ψηφίσουν, ότι θα ψηφίσουν Δράση, ΔΗΜΑΡ, Οικολόγους, Δημιουργία Ξανά ή άλλες ορθολογικές επιλογές, όμως οι ίδιοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι θα ξανακάνουν ακριβώς το ίδιο λάθος!

Αν ίσχυαν στην πράξη αυτές οι δηλώσεις τότε η Δράση θα εισερχόταν εύκολα στην βουλή, οι Οικολόγοι το ίδιο και η ΔΗΜΑΡ θα είχε το διψήφιο ποσοστό εξασφαλισμένο. Δυστυχώς όμως η συναισθηματική ταύτιση με πολιτικούς χώρους, τα προσωπικά μικροσυμφέροντα, η οικογενειακές «παραδόσεις», η ανασφάλεια κτλ. δεν αφήνουν μερικούς ανθρώπους να ξεφύγουν από τον τυφλό οπαδισμό και το κατεστημένο, με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην δούμε την τόσο επιθυμητή κατάρρευση του παλαιού κομματικού συστήματος.

Ίδωμεν...

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι ή μαζί τα φάγαμε;


Επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτεί κανείς ότι όταν πάει κάτι στραβά φταίει πάντα ένας και μόνο αποκλειστικά, θα ήταν ορθότερο το παραπάνω ερώτημα να διατυπωθεί λίγο διαφορετικά, δηλαδή με δεδομένο ότι φταίνε τόσο ο λαός όσο και η εξουσία, ποιος από τους δύο φταίει περισσότερο και σε ποιον βαθμό.

Το ερώτημα αυτό απασχολεί πολλούς Έλληνες, κυρίως λόγω της κρίσης, και περισσότερο λόγω της γνωστής ρήσης του Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», που άμεσα δημιουργεί συνενόχους, στο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας τα τελευταία χρόνια, όλους τους Έλληνες. Άλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο. Αλλά όλους. Το διευκρίνισε μάλιστα ο ίδιος ο Πάγκαλος, χρησιμοποιώντας το κλασικό παράδειγμα με τον πολίτη που αν και, έστω μία φορά στη ζωή του, δεν έχει ζητήσει απόδειξη από κάποιον επαγγελματία, τότε είναι και αυτός συνυπεύθυνος! Όλοι λοιπόν στο ίδιο τσουβάλι! Σημειώνεται ότι υπάρχει πάντα και η ύπουλη παραδοχή ότι αυτός ο πολίτης δεν έχει το ίδιο μερίδιο ευθύνης, όμως ο στόχος του τσουβαλιάσματος έχει επιτευχθεί.

Επειδή διαφωνώ κάθετα τόσο με την ρήση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, όσο και με την ισοπέδωση του βαθμού ευθύνης και συνενοχής, αλλά και επειδή θεωρώ τον ρόλο της εξουσίας καθοριστικό στην πορεία των κρατών και της ανθρωπότητας εν γένει, θα χρησιμοποιήσω το αγαπημένο μου παράδειγμα, για το οποίο δεν έχω λάβει ακόμα ικανοποιητικό αντίλογο.

Παράδειγμα

Καθώς διδάσκω αρκετά χρόνια στην ανώτατη εκπαίδευση, το παράδειγμά μου βασίζεται σε αυτήν, μαζί με στοιχεία και από άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο διαφορετικά πανεπιστημιακά τμήματα με διαφορετικούς καθηγητές το καθένα. Κάνοντας μια αρχική παραδοχή ότι στατιστικά το δείγμα των φοιτητών δεν θα διαφέρει πολύ τόσο σε ευφυΐα όσο και σε κοινωνικά και ηθικά χαρακτηριστικά, ας εξετάσουμε τις πιθανές συμπεριφορές των φοιτητών των δύο αυτών πανεπιστημιακών τμημάτων, ανάλογα με την στάση του διδάσκοντα.

Κυρίαρχο χαρακτηριστικό του παραδείγματος είναι οι εξετάσεις στο τέλος του κάθε εξαμήνου και οι διαφορετικές συμπεριφορές που ενδεχομένως προκύπτουν.

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω μία παρένθεση σχετικά με την σχέση εξεταστή- εξεταζόμενου, που προέρχεται από την προσωπική μου εμπειρία ως μαθητή στο σχολείο.
Υπήρχε ένας καθηγητής μου αρχαίων ελληνικών στην Γ’ γυμνασίου ονόματι Ρουσσής, ο οποίος είχε διατυπώσει την άποψη ότι η σχέση καθηγητή – μαθητή θα έφτανε στο ανώτατο επίπεδο εμπιστοσύνης όταν θα μας έβαζε να γράψουμε διαγώνισμα και εκείνος θα έφευγε από την αίθουσα και θα μας άφηνε μόνους μας. Αν πράγματι υπήρχε εμπιστοσύνη, δεν θα χρειαζόμασταν επιτήρηση και απλά κανείς δεν θα αντέγραφε από τον συμμαθητή του ούτε από βιβλία ή τετράδια. Θα έγραφε ο καθένας αυτά που γνώριζε σαν σωστός και ευσυνείδητος μαθητής. Οι διαβασμένοι θα αρίστευαν και οι αδιάβαστοι θα αποτύγχαναν.
Στο άκουσμα αυτής της θέσης βίωσα ένα προσωπικό σοκ! Θεωρούσα, και ακόμα θεωρώ, εαυτόν τίμιο, ειλικρινή και με ηθικές αρχές άνθρωπο, όμως φοβόμουν ότι εκείνη την στιγμή, αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα εκμεταλλευόμουν τις συνθήκες και θα αντέγραφα (αυτός ο φόβος επιβεβαιώθηκε αργότερα στο πολυτεχνείο όπου όντως αντέγραψα!) .

Κλείνοντας την παρένθεση του γυμνασίου, αλλά παραμένοντας στο βασικό παράδειγμα, θέλω να τονίσω ότι η φυσική ανθρώπινη τάση είναι προς την εύκολη, με λιγότερο κόπο, λύση, επομένως ο ρόλος της εκάστοτε «εξουσίας» είναι να αποτρέπει αυτήν τη συμπεριφορά.
Επανερχόμενος στο παράδειγμα των εξετάσεων ενός πανεπιστημίου υπάρχουν διάφορες πολιτικές που δύναται να εφαρμόσει ο κάθε διδάσκων. Υπάρχουν τα δύο άκρα:
Το ένα της υπερβολικής αυστηρότητας, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει αυστηρότατη επιτήρηση των εξετάσεων, με πολλούς ευσυνείδητους επιτηρητές, αυστηρά καθορισμένους κανόνες χρήσης συσκευών (τηλεφώνων, υπολογιστών τσέπης κτλ), παραδειγματική και αυστηρή τιμωρία οποιασδήποτε προσπάθειας αντιγραφής ή συνομιλίας κτλ. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα πανεπιστημίων του εξωτερικού όπου αν συλληφθεί φοιτητής να αντιγράφει στις εξετάσεις μπορεί να απομακρυνθεί από το ίδρυμα ή ακόμα και να του απαγορευτεί η εγγραφή σε άλλα πανεπιστήμια!
Από την άλλη υπάρχει το άκρο της υπερβολικής χαλαρότητας και επιείκειας. Έχω ζήσει (δυστυχώς) τέτοια παραδείγματα κατά την φοίτησή μου στο πολυτεχνείο, όπου σε ορισμένα μαθήματα δεν υπήρχε κανένας απολύτως έλεγχος κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Βιβλία, σημειώσεις, σκονάκια, κινητά τηλέφωνα, ακόμα και τα ίδια τα γραπτά να κυκλοφορούν μεταξύ των φοιτητών. Ο θόρυβος από τις συνομιλίες να είναι τόσο μεγάλος που να χρειάζεται να φωνάζεις για να ακουστείς και γενικότερα η εικόνα του αμφιθεάτρου θύμιζε διάλειμμα και όχι εξετάσεις. Μάλιστα επειδή η φήμη των συνθηκών αυτών εξετάσεων προηγείτο, το μεγαλύτερο πρόβλημα των φοιτητών ήταν το να βρεθεί συνάδελφός τους από τον οποίο θα μπορούσαν να αντιγράψουν, καθώς όλοι σχεδόν είχαν έρθει απροετοίμαστοι!!
Όσο ακραία και να φαίνονται τα δύο αυτά παραδείγματα, είναι αληθινά και λάμβαναν χώρα στο ίδιο ίδρυμα και στην ίδια σχολή. Τα έχω βιώσει τσι. ﷽﷽﷽﷽﷽ν άνθρωπο να λειτουργεθεκαι τα δύο ως φοιτητής μαζί με τους συμφοιτητές μου και παρόλο που εμείς ήμασταν οι ίδιοι άνθρωποι, οι συμπεριφορές μας καθορίζονταν από τον διδάσκονται και από τις επικρατούσες συνθήκες.
Στα μαθήματα με αυστηρή επιτήρηση αναγκαζόμασταν να διαβάσουμε, να κάνουμε τις σχετικές εργασίες και γενικότερα να ήμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ενώ αντίθετα στα «χαλαρά», περιμέναμε να αντιγράψουμε και να την «βγάλουμε καθαρή». Οι ίδιοι άνθρωποι ακριβώς.
Ναι, αναγνωρίζω ότι στην δεύτερη περίπτωση φταίμε και εμείς. Ο σωστός φοιτητής δεν πρέπει να αντιγράφει, να κλέβει κτλ, αλλά αντίθετα να μελετά και να είναι συνεπής, άσχετα με τις συνθήκες. Δυστυχώς, όπως ανέφερα και προηγουμένως, η ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να λειτουργεί έτσι. Οι περισσότεροι λειτουργούμε με βάση την φιλοσοφία ότι όσο πιο χαλαρό μας αφήνουν το σκοινί, τόσο πιο πολύ θα απομακρυνθούμε και η σοφή παροιμία «δώσε θάρρος στο χωριάτη και θ’ ανέβει στο κρεβάτι» τα λέει όλα!
Αναγνωρίζω, βεβαίως, ότι υπάρχουν οι εξαιρέσεις στον κανόνα, τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές. Δηλαδή, υπάρχουν συνειδητοποιημένοι φοιτητές, με ισχυρή αίσθηση καθήκοντος και με αυξημένο ήθος, οι οποίοι, άσχετα με τις συνθήκες, δεν υπάρχει περίπτωση να αντιγράψουν ούτε να συνομιλήσουν με άλλους συναδέλφους τους. Παράλληλα υπάρχουν και οι αρνητικές εξαιρέσεις με φοιτητές οι οποίοι ακόμα και αν τους έχεις αστυνομικούς και απειλούνται με βαρύτατες ποινές, πάντα θα προσπαθούν να «κλέψουν» και να κερδίσουν κάτι παραπάνω. Και οι δύο ακραίες περιπτώσεις, όμως, δεν αποτελούν τον κανόνα και δεν ακυρώνουν την γενικότερη συμπεριφορά της μάζας.

Κλείνοντας το παράδειγμα των πανεπιστημιακών εξετάσεων, θα το μεταφέρω στο γενικότερο πλαίσιο του τμήματος και του ιδρύματος. Με άλλα λόγια ας κάνουμε μια φανταστική προσομοίωση του «αυστηρού» και του «χαλαρού» καθηγητή σε γενικότερο επίπεδο πανεπιστημιακού τμήματος, δηλαδή να φανταστούμε το «αυστηρό» τμήμα που στελεχώνεται από «αυστηρού» καθηγητές και το «χαλαρό» με «χαλαρούς» καθηγητές. Αν πάμε ένα βήμα παραπέρα, σε επίπεδο ιδρύματος, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε πως θα λειτουργεί ένα «αυστηρό» πανεπιστήμιο και πως ένα «χαλαρό»! Μην ξεχνάμε ότι και στα δύο ιδρύματα το δείγμα φοιτητών είναι παρόμοιο αν όχι το ίδιο.

Ποια η ευθύνη των φοιτητών για την φήμη του ιδρύματός τους;

Υπάρχει, σίγουρα. Αλλά πως μπορεί κανείς να την καθορίσει; Είναι μεγάλη; Ποια η ευθύνη των καθηγητών; Σίγουρα μεγαλύτερη. Αλλά πόσο;

Σύμφωνα με το παραπάνω παράδειγμα η απάντηση που εγώ δίνω είναι ότι η ευθύνη των καθηγητών-διοίκησης είναι τεράστια και των φοιτητών ελάχιστη, αφού οι ίδιοι φοιτητές σε διαφορετικές συνθήκες λειτουργούν τελείως διαφορετικά! Την ευθύνη την έχει αυτός που έχει την εξουσία και την ισχύ. Το γεγονός ότι και ο φοιτητής έχει ένα μερίδιο ευθύνης (επιμένω πολύ μικρό) δεν αλλάζει ούτε ελαφραίνει τον ρόλο του ασκούντος την εξουσία.

Επομένως, αν αντιστοιχίσουμε το παράδειγμα αυτό με την κοινωνία, θεωρώντας ότι το πανεπιστήμιο είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, γίνεται σαφές ότι στο ερώτημα που μας βασανίζει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, δηλαδή στο «Τις πταίει;», η απάντηση είναι οι διοικούντες. Αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες των λαών είναι οι ηγέτες τους, η πολιτική εξουσία φέρει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης και παρόλο που κανείς μπορεί να βρει πολλές διαφορές μεταξύ πανεπιστημίων και κοινωνίας, οι ρόλοι εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή δεν αλλάζουν δραματικά.

Μόνο όταν συμφωνήσουμε συλλογικά στο ποιος φταίει θα μπορέσουμε να δούμε τις πιθανές λύσεις για να βγούμε από το αδιέξοδο. Όσο πιστεύουμε ότι φταίει ο λαός (σίγουρα μεγάλο μέρος του έχει βαρύτερες ευθύνες) τότε δεν υπάρχει περίπτωση να σωθεί η χώρα. Ο λαός δεν αλλάζει και ακόμα και αν δεχτούμε ότι μπορεί να αλλάξει αυτό θα χρειαστεί πάρα πολύ χρόνο. Ο λαός όμως μπορεί να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να ακολουθεί το «ρεύμα». Την πορεία του ρεύματος μπορούν να την επηρεάσουν καθοριστικά οι εξουσίες της κοινωνίας όπως είναι η νομοθετική, η εκτελεστική, η δικαστική και φυσικά τα ΜΜΕ.
Όσο πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να μας βγάλουν από την κρίση εκείνοι που μας οδήγησαν σε αυτήν, δεν έχουμε καμία ελπίδα. Αν δεν καθοριστούν τα μερίδια ευθύνης ορθά, δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες εύρεσης αποτελεσματικών λύσεων. Στις ευθύνες του λαού θα τοποθετούσα χωρίς αμφισβήτηση την ευθύνη της επιλογής των ηγετών του και την αδιέξοδη ψήφιση κομμάτων και πολιτικών που αποδεδειγμένα είναι τουλάχιστον ανεπαρκή και αναποτελεσματικά, όμως με αυτόν τον τρόπο θα καταλήξουμε πάλι στους ηγέτες.

Επιστρέφοντας στην γνωστή ρήση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης «Μαζί τα φάγαμε» μπορώ να αποδεχτώ τις ευθύνες μερίδας του λαού που ζήτησε ρουσφέτια ή συμμετείχε σε παράνομες δραστηριότητες και υπεξαιρέσεις δημοσίου χρήματος, όμως αυτές οι περιπτώσεις δεν  έχουν μαζικό χαρακτήρα και σε τελική ανάλυση είναι ρόλος του κράτους να μην επιτρέπει τέτοια φαινόμενα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα, πάλι του αντιπροέδρου (τυχαίο;), όπου όταν τον ρώτησαν γιατί δεν κάνει κάτι το κράτος για να περιορίσει το φαινόμενο των μαύρων που πουλούν «μαϊμούδες», η απάντησή του ήταν ότι φταίει ο κόσμος που αγοράζει! Αν δεν αγόραζε ο κόσμος, τότε οι μαύροι θα αναγκάζονταν να σταματήσουν να πουλάνε! Ολική ακύρωση του ρόλου του κράτους! Νομίζω ότι είναι ενδεικτική η δήλωση αυτή σε σχέση με τον τρόπο σκέψης του συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά και το πνεύμα που διέπει την διάσημη πλέον δήλωση.

Στην μαφία ένας τσιλιαδόρος που θα πάρει κάποια ψίχουλα για τις «υπηρεσίες» που προσφέρει, έχει σίγουρα τις ευθύνες του στο έγκλημα. Όμως αν θέλουμε να πάψει η εγκληματικότητα πρέπει να αναζητήσουμε τους εγκεφάλους, αυτούς που καθορίζουν το παιχνίδι. Αν τιμωρηθεί ο τσιλιαδόρος δεν θα εξαφανιστεί η μαφία.  

Ο βασικότερος λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι το γεγονός ότι έχω κουραστεί να βλέπω να μιλούν για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, κάθαρσης, διαφάνειας, αξιοκρατίας κτλ., όλοι εκείνοι που ποτέ δεν εφάρμοσαν τίποτα από αυτά, αλλά αντίθετα ήταν οι υπεύθυνοι για την σήψη και την παρακμή της χώρας και ταυτόχρονα να επιχειρείται μια προσπάθεια κατασκευής συνενόχων στο έγκλημα. Συνέχεια κυκλοφορεί αρθρογραφία για την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας των Ελλήνων, για την συμπεριφορά τους, για το πως οι ίδιοι «ανάγκαζαν» τους πολιτικούς να τους ικανοποιούν ρουσφέτια, για τη συμμετοχή πολιτών σε σκάνδαλα και διαφθορά κτλ. Δεν διαφωνώ. Όμως με συνένοχο τον λαό, τους πολίτες, γενικώς και αορίστως η διοίκηση θεωρεί ότι έχει ελαφρυντικά, επομένως δικαιολογημένα περισσεύει το θράσος της για να τολμά να ζητά ξανά την εξουσία.

Η επιθυμητή αλλαγή νοοτροπίας των πολιτών μπορεί να έρθει μόνο μέσω της αλλαγής των ηγεσιών. Οι πολίτες μόνοι τους μπορούν να δημιουργήσουν κινήματα, τάσεις και να λαμβάνουν δημιουργικές πρωτοβουλίες, όμως οι εμπνευσμένοι ηγέτες είναι που οδηγούν τους λαούς στην πρόοδο.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Νταλάρας



Ο Νταλάρας αποφάσισε να σταματήσει τις δωρεάν συναυλίες του στις συνοικίες της Αθήνας. Φαντάζομαι ότι όσοι οργάνωσαν τις επιθέσεις εναντίον του θα πρέπει να νιώθουν πολύ ικανοποιημένοι.

Είχαν όμως δίκιο; Αντανακλάται στο πρόσωπο του Νταλάρα το σύστημα, όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοί του;

Ως ένα βαθμό μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Νταλάρας υπηρετεί το σύστημα, αφού η γυναίκα του είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή του κυβερνητικού σχήματος, οπότε δεν υπάρχει καλύτερος αντιπρόσωπος του συστήματος. Και γιατί τότε δεν γίνονται επιθέσεις εναντίον της γυναίκας του, αλλά γίνονται σε εκείνον; Εκείνος ασπάζεται τις πολιτικές θέσεις της γυναίκας του (αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι η υιοθέτηση αυτών των θέσεων θα άξιζε τις έντονες αποδοκιμασίες);

Για όσους επιδίδονται στις βίαιες ενέργειες εναντίον του Νταλάρα, αυτά έχουν μικρή σημασία.

Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτοί που κάνουν τις συγκεκριμένες επιθέσεις δεν έχουν καμία σχέση με τους διάφορους «αγανακτισμένους» που κατά καιρούς έχουν γιαουρτώσει ή αποδοκιμάσει με άλλους τρόπους κάποιους πολιτικούς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κλασική περίπτωση αναρχοαυτόνομων αριστεριστών που έχουν ως μόνο στόχο να δημιουργηθεί ντόρος γύρω από την «δράση» τους, πάντα σε εύκολους στόχους.

Το υποτιθέμενο επιχείρημα περί εκπροσώπησης του συστήματος από τον Νταλάρα, συμπληρώνεται από το εξίσου απαράδεκτο επιχείρημα ότι δεν μπορεί να τραγουδά τραγούδια για την φτώχεια κάποιος που είναι πλούσιος. Αυτό ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την άποψη ότι αριστεροί μπορούν να είναι μόνο όσοι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να λάβουν το γνωστό πιστοποιητικό «αριστεροφροσύνης». Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το πρώτο επιχείρημα το εξέφρασε και ο Λαζόπουλος, ο οποίος έχει δεχτεί πολυάριθμες επιθέσεις στην βάση της παραπάνω άποψης!!
Άσχετα με την γνώμη που μπορεί να έχει κανείς για τον Λαζόπουλο, προσωπικά τον έχω υπερασπιστεί πολλές φορές για το γεγονός ότι παρόλο που είναι πλούσιος, εμμένει στις αριστερές απόψεις του. Μακάρι όλοι οι πλούσιοι να είχαν αριστερές απόψεις (το αριστερές σηκώνει συζήτηση, αλλά δεν είναι της στιγμής, οπότε για την οικονομία του λόγου ας δεχτούμε ότι κατά βάση οι αριστερές απόψεις έχουν θετικό χαρακτήρα), τότε θα είχαμε καλύτερη κοινωνία. Για τον λόγο αυτό βρίσκω ατυχέστατη την δήλωσή του ότι δεν μπορεί να τραγουδά ο Νταλάρας το «πάγωσε η τσιμινιέρα» πμ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽λλιτεχνικρετά επικύαμιν συναυλ.χ., επειδή η γυναίκα του ψήφισε το μνημόνιο! Την ίδια στιγμή και ίδιος ο Λαζόπουλος έχει τραγουδήσει τραγούδια με τα οποία δεν έχει την παραμικρή σχέση. Γενικώς, θεωρώ αρκετά επικίνδυνο να εκφράζονται τέτοιοι αφορισμοί, ειδικά σε ότι έχει σχέση με την τέχνη και στο πως μπορεί ο καθένας να εκφράζεται μέσω αυτής.

Η υπεράσπιση του Νταλάρα από μέρους μου δεν σχετίζεται με την εκτίμηση που μπορεί να έχω στο πρόσωπό του (όχι και τόσο μεγάλη είναι η αλήθεια) ούτε στην καλλιτεχνική του αξία (αυτήν τη θεωρώ πολύ μεγάλη!), αλλά σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν αποδέχομαι να αμαυρώνουν κάποιοι μια καλλιτεχνική εκδήλωση, την οποία παρακολουθούν χιλιάδες άνθρωποι και μάλιστα δωρεάν. Δε νομίζω ότι οι θεατές του Νταλάρα στις διάφορες συνοικίες ήταν οι προνομιούχοι της κοινωνίας μας, ούτε ότι κέρδισε κάτι το επαναστατικό κίνημα από την διακοπή των συναυλιών του Νταλάρα.
Αντιθέτως, στερήθηκαν κάποιοι την δυνατότητα να απολαύσουν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη και ταυτόχρονα τα φασιστοειδή απέκτησαν επιπλέον επιχειρήματα για να υπερασπιστούν την αντίθεσή τους στα διάφορα αντιδραστικά κινήματα και στις δράσεις των πολιτών.

Είμαι εναντίον της βίας, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που η χρήση της είναι περισσότερο δικαιολογημένη σε σχέση με άλλες. Οι συναυλίες του Νταλάρα δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή, όσα λογικοφανή επιχειρήματα και να διατυπωθούν.
Είναι απλά ένας εύκολος και αποτελεσματικός τρόπος προβολής συγκεκριμένων δράσεων συγκεκριμένων ομάδων.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Επεισόδια ΟΑΚΑ


Καταρχήν να δηλώσω ότι είμαι Παναθηναϊκός. Αυτό  το αναφέρω γιατί συνήθως οι οπαδοί των ομάδων θεωρούν ότι ένας φίλαθλος δεν μπορεί (δεν πρέπει;) να κατηγορεί ή να γράφει αρνητικά για την ομάδα του, οπότε καλό είναι να έχω και εγώ την κατάλληλη ταμπέλα.

Τα αναμενόμενα έκτροπα της χτεσινής ημέρας (18/3) μπορούν να έχουν μόνο μία τιμωρία. Ανάληψη ΌΛΟΥ του κόστους των ζημιών από την ΠΑΕ Παναθηναϊκός και μηδενισμός της ομάδας. Η ευθύνη για τα επεισόδια αυτά βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά την ΠΑΕ, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν είναι δυνατό να μην γνωρίζει ποιοι τα έκαναν.
Όταν ολόκληρη την εβδομάδα έχει βουίξει το διαδίκτυο ότι θα γίνουν έκτροπα και θα διακοπεί ο αγώνας, όταν ο Παναθηναϊκός αναγκάζεται να βγάλει διαφημιστικό σποτ για να «συγκρατήσει» τους οπαδούς, είναι προφανές ότι υπάρχει σχέδιο.
Δεν έχει σημασία από ποιον, αλλά υπάρχει.

Αν θέλουμε να αλλάξει κάποια στιγμή το ελληνικό ποδόσφαιρο πρέπει, πέρα από την τιμωρία επιτέλους των «παραγόντων» που κυριαρχούν στον χώρο, να υπάρξει παραδειγματική τιμωρία των συμπεριφορών.

Τέτοια είναι να πέσει ο ΠΑΟ στην Β’ Εθνική άμεσα!! Χωρίς ενστάσεις, δίκες, εφέσεις και άλλα κόλπα.
Και αυτό μάλιστα είναι κάτι που έχω ακούσει να το λένε και άλλοι φίλοι του Παναθηναϊκού.

Όπως έλεγα ότι ο Ολυμπιακός Βόλου έπρεπε να πέσει κατηγορία, έτσι και τώρα πιστεύω  το ίδιο για τον ΠΑΟ και σκοπεύω να καταδικάσω όσους «φιλάθλους» του θα διοργανώσουν διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις ενάντια σε μία τέτοια πιθανή απόφαση, ακριβώς όπως το έκανα και για τις αστείες αντιδράσεις των οπαδών του Ολυμπιακού Βόλου.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Μνημονιακός ή αντιμνημονιακός;


Ιδού η απορία!
Το 2010, όταν αποφασίστηκε η προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης και έπρεπε να ψηφιστεί το πρώτο μνημόνιο, πολλοί φίλοι, γνωρίζοντας τις αριστερές πεποιθήσεις μου, με ρώτησαν με χαρακτηριστικό ύφος: «εσύ που είσαι αριστερός, τι λες για το μνημόνιο;».
Χωρίς να γνωρίζω τότε, ούτε εγώ ούτε και οι περισσότεροι πολίτες άλλωστε, τι σήμαινε ένα μνημόνιο, εξέφρασα την γενική άποψη ότι με δεδομένα την ανεπάρκεια των ηγετών μας από τη μία πλευρά και την ομολογημένη εικονική ευημερία με δανεικά που έζησε η χώρα τα προηγούμενα χρόνια από την άλλη, δεν θα ήμουν αρνητικός σε ένα κάποιο μνημόνιο.

Αφού οι αγορές δεν σου δανείζουν καθόλου ή σου δανείζουν με εξωφρενικά επιτόκια και καθώς η χώρα έχει πρωτογενές έλλειμμα, αναγκαστικά θα πρέπει να δεχτείς τους όρους του μόνου που μπορεί να σε στηρίξει οικονομικά.
Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι θα επισήμαναν τα γνωστά σε όλους μας κακώς κείμενα της ελληνικής διοίκησης και θα πίεζαν τους ηγέτες μας να τα διορθώσουν.
Με βάση τα παραπάνω δεν έβλεπα με αρνητικό μάτι ένα μνημόνιο, πάντα φυσικά με τις επιφυλάξεις ενός πολίτη που έχει μειωμένη εμπιστοσύνη στις πρακτικές των πολιτικών και των τραπεζιτών είτε είναι Έλληνες είτε όχι.

Η πραγματικότητα του πρώτου μνημονίου, όμως, απείχε παρασάγγας από αυτό που φανταζόμουν τόσο εγώ όσο και οι περισσότεροι Έλληνες. Ελάχιστα, δευτερεύουσας σημασίας μάλιστα, από τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας διορθώθηκαν, ενώ αντίθετα εφαρμόστηκαν άδικα, υπερβολικά, αστόχευτα, «εύκολα» στην εφαρμογή μέτρα που αποδείχτηκαν επιπλέον και αναποτελεσματικά. Και ενώ η αναποτελεσματικότητά τους ήταν βέβαιη εκ των προτέρων, η πηγή έμπνευσής τους παραμένει ασαφής.
Η κυβερνητική ρητορεία διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι τα μέτρα αυτά είναι προσταγή της τρόικας. Γιατί, όμως, η τρόικα επιμένει να μειώνονται οι μισθοί και συντάξεις αδιακρίτως, αλλά ενοχλείται να απολυθούν όσοι προσελήφθησαν εκτός ΑΣΕΠ τα τελευταία χρόνια; Φαντάζομαι δεν ενοχλείται με την τελευταία πρόταση, επομένως επιτρέψτε μου να θεωρώ την πλειοψηφία των προτεινόμενων μέτρων ως ελληνική έμπνευση.

Παράλληλα, το μνημόνιο 1 αλλά κυρίως το μνημόνιο 2 περιλαμβάνουν και πολλά σοβαρά μέτρα που αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά τα προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας, όμως σχεδόν κανένα δεν έχει εφαρμοστεί και εκφράζω την βεβαιότητα ότι ούτε από το μνημόνιο 2 υπάρχουν ελπίδες να εφαρμοστούν τα πιο δίκαια μέτρα.

Επίσης το θέατρο που παρακολουθήσαμε επί αρκετές ημέρες με το παζάρι για τις επικουρικές των 200€ και τα 325 εκατομμύρια δεν πείθει για τις προθέσεις ούτε των πολιτικών αρχηγών ούτε της τρόικας. Ποιος σοβαρός άνθρωπος μπορεί να πιστέψει ότι κρεμόταν η σωτηρία της Ελλάδας και του ευρώ πιθανότατα, από τα 325 εκατομμύρια, την στιγμή που υπάρχουν ελλείμματα και αποκλίσεις δισεκατομμυρίων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι δύσκολο και ίσως ανούσιο να τίθεται το δίλημμα ΝΑΙ ή ΌΧΙ στο μνημόνιο γενικώς.
Επίσης δεν θεωρώ τόσο σοβαρό το δίλημμα ΝΑΙ ή ΌΧΙ στο ευρώ, καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που θέλουν να βγούμε από το ευρώ, όμως συχνά γίνεται ταύτιση των δύο διλημμάτων.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε στο εξής: ότι οι περισσότεροι θα έλεγαν ΝΑΙ σε ένα καλύτερο μνημόνιο.

Οπότε το πιο εύστοχο ερώτημα είναι αν και κατά πόσο θεωρεί ο καθένας από εμάς ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις είναι οι καλύτερες δυνατές που θα μπορούσαμε να είχαμε επιτύχει.

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι οι μέχρι τώρα συμφωνίες ήταν οι καλύτερες δυνατές, για δύο σοβαρούς λόγους.
Πρώτον, η ασάφεια που προαναφέρθηκε προηγουμένως για την πηγή έμπνευσης των μέτρων. Για παράδειγμα το μέτρο της αύξησης του ΦΠΑ στο 23%, ήταν από την αρχή προφανές ότι θα έφερνε τα αντίθετα από τα υποτιθέμενα αποτελέσματα (αύξηση των εσόδων), ενώ ταυτόχρονα θα γονάτιζε την εμπορική δραστηριότητα (όπως και έγινε). Το ίδιο ακριβώς συνέβει και με τον φόρο πολυτελείας στα ακριβά αυτοκίνητα και τα κοσμήματα. Πολύ δύσκολα θα πεισθώ ότι τέτοια μέτρα τα πρότεινε η τρόικα.
Δεύτερον, μου είναι δύσκολο να εμπιστευτώ ότι θα κάνει την καλύτερη δυνατή διαπραγμάτευση π.χ. για την αναδιάρθρωση του χρέους κάποιος που μέχρι το καλοκαίρι του 2011 θεωρούσε μια τέτοια αναδιάρθρωση καταστροφική και ότι θα μας οδηγούσε στην χρεωκοπία.

Για να κλείσω την αναφορά μου αυτή στο αρχικό δίλημμα, συμπερασματικά ξεκαθαρίζω ότι διαφωνώ με την λογική των εκβιαστικών διλημμάτων. Δεν επιθυμώ την χρεωκοπία, ούτε την επιστροφή στην δραχμή. Σαφέστατα και ξεκάθαρα. Η επιλογή υπέρ του μνημονίου δεν εξασφαλίζει καθόλου την αποφυγή της χρεωκοπίας ούτε την παραμονή στο ευρώ. Από την άλλη η απόρριψη του μνημονίου στην μορφή αυτή δεν σημαίνει ότι αύριο το πρωί θα χρεωκοπήσει η χώρα.
Η ειρωνική κριτική στις προτάσεις για πιθανή αναδιαπραγμάτευση δεν με βρίσκει σύμφωνο, για τον πολύ απλό λόγο ότι εκτιμώ πως δεν χρειάζεται ολική αναδιαπραγμάτευση, αλλά συγκεκριμένες βελτιώσεις και αλλαγές. Είναι σαφώς και θέμα προσώπων! Δεν είναι δυνατόν να σωθεί η χώρα από αυτούς που την οδήγησαν εκεί και από αυτούς που επί δύο χρόνια συνεχίζουν να την σπρώχνουν όλο και πιο κοντά στον γκρεμό.

Βασική μου πεποίθηση είναι ότι αν αύριο το πρωί ένας σοβαρός άνθρωπος (δεν λέω ότι ο Παπαδήμος δεν είναι) χωρίς να εξαρτάται κάθε μέρα από τα μικροπολιτικά παιχνίδια των φαύλων, πάει στη ΕΕ με ένα πακέτο ρεαλιστικών και δίκαιων μεταρρυθμίσεων, τις οποίες ακούμε χρόνια τώρα, και πείσει για την δυνατότητα εφαρμογής τους, μαζί με την αναβάθμιση της αξιοπιστίας της χώρας, που τελικά θα διασφαλίζει την πληρωμή των χρεών μας αλλά δεν θα διαλύει την κοινωνία, δεν θα έχει κανένα λόγο η τρόικα να το αρνηθεί.

ΌΧΙ στα εκβιαστικά διλήμματα.
ΌΧΙ σε αυτό το μνημόνιο.
ΝΑΙ στην αλλαγή νοοτροπίας.
ΝΑΙ σε ένα καλύτερο μνημόνιο.

Όσο λέμε ΝΑΙ σε λάθος λύσεις, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να βρούμε τις σωστές.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Τι πρέπει (θα μπορούσε;) να γίνει



Σημερινό πολιτικό σκηνικό

Ανεξάρτητα από τα αίτια της παρούσας κρίσης που σχετίζονται με την λειτουργία του υπαρκτού καπιταλισμού και την φιλελευθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας, δεν υπάρχει κανείς που θα αμφισβητήσει τον ρόλο που έπαιξαν στην ελληνική, τουλάχιστον, κρίση οι παθογνα ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽υπκοοφπροφανκιένειες της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Χωρίς να θέλω να μπω στην ουσία της αναζήτησης των ευθυνών για την παρούσα κατάσταση, επιγραμματικά θα ισχυριστώ το προφανές, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μερίδιο της σχετικής ευθύνης το έχουν τα δύο κόμματα εξουσίας και ειδικά συγκεκριμένες ηγετικές προσωπικότητές τους. Δεν παραγνωρίζω την ευθύνη των πολιτών, απλώς είμαι της άποψης ότι οι ηγέτες οδηγούν τους λαούς τους είτε στην ευημερία είτε στην καταστροφή, επομένως θεωρώ ότι η λύση για την χώρα μόνο από εκεί μπορεί να έρθει.
Ζυμώσεις και συζητήσεις για νέα κόμματα ή νέους πολιτικούς σχηματισμούς, πιθανές συνεργασίες προεκλογικά ή μετεκλογικά, εσωκομματικές διαβουλεύσεις και διακομματικές επαφές, είναι το ρευστό πολιτικό σκηνικό που γίνεται όλο και πιο ρευστό με τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων.
Αυτό που παρατηρεί κανείς τις τελευταίες μέρες είναι μια συνεχής προσπάθεια να εξυπηρετηθούν βραχυπρόθεσμα μικροπολιτικά οφέλη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το μέλλον της χώρας και των πολιτών, στο όνομα των τελευταίων υποτίθεται ότι λαμβάνονται όλες οι πρωτοβουλίες. Οι τραγελαφικές καταστάσεις που οδήγησαν στην επιλογή Παπαδήμου, η ανεπάρκεια τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ να βγάλουν τη χώρα από τα αδιέξοδα, η ανε ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽φναγκαστικικόργήσει μίαμβύθυνη στάση των πολιτικών και τα άδικα αλλά ταυτόχρονα αναποτελεσματικά μέτρα αυτό αποδεικνύουν και έχουν οδηγήσει στην απαξίωση των κομμάτων εξουσίας καλλιεργούν, όμως ταυτόχρονα, ένα ελπιδοφόρο έδαφος αλλαγής συσχετισμών. Δεν επιθυμώ να απαλλάξω την αριστερά από τις δικές της ευθύνες, όμως θεωρώ ότι το μερίδιο εκείνου που δεν έχει καταλάβει θέσεις εξουσίας είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με των άλλων, οπότε το παραβλέπω προς στιγμήν.
Ο κόσμος έχει κουραστεί από την εναλλαγή της εξουσίας μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, άσχετα από τον ηγέτη ή την πολιτική που ακολουθείται κάθε φορά. Υπήρχε, και υπάρχει ακόμα, η πεποίθηση ότι όταν το ένα μεγάλο κόμμα βρίσκεται στην αντιπολίτευση, ανεξάρτητα από τις ανοησίες που θα κάνει, τους τακτικισμούς, τα σκάνδαλα, τον λαϊκισμό, τις έριδες, την θλιβερή επιχειρηματολογία, την ξύλινη γλώσσα, την ανεπάρκειά της στην προηγούμενη δική της διακυβέρνηση κτλ, κάποια στιγμή η εξουσία θα φθείρει την παρούσα κυβέρνηση και αναγκαστικά ο κόσμος θα ψηφίσει αυτούς, γιατί φυσικά ο κόσμος πάντα διαλέγει κυβέρνηση και δεν στηρίζει αυτό με το οποίο πραγματικά συμφωνεί περισσότερο! Οπότε, με υπομονή θα γίνει πρωθυπουργός και αυτός που σήμερα είναι ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ένα άλλο επακόλουθο των τελευταίων εξελίξεων είναι το γεγονός ότι πλέον δεν θεωρείται η αυτοδυναμία πανάκεια ούτε αυτοσκοπός (μόνο ο Σαμαράς πιστεύει σε αυτήν!), επομένως οι συνθήκες για απαγκίστρωση από τα κόμματα εξουσίας είναι πιο ώριμες από ποτέ.

Είναι γνωστό ότι εντός όλων κομμάτων υπάρχουν διαφορετικές τάσεις, απόψεις, διαφωνίες και βέβαια συγκρουόμενα συμφέροντα, που ενώ στα μικρότερα της αριστεράς αυτές βγαίνουν προς τα έξω, στα κόμματα εξουσίας μένουν κρυμμένες και εμφανίζονται σε περιόδους κρίσης του κόμματος και αλλαγής ηγεσίας. Η εξουσία ως αυτοσκοπός παραμερίζει ή καλύτερα καλύπτει  τις όποιες διαφωνίες και αναγκάζει πολλούς πολιτικούς, ειδικά υπουργούς, να υποστηρίζουν θέσεις με τις οποίες διαφωνούν.
Η λογική του «όποιος βγει από το μαντρί το τρώει ο λύκος» έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις  μέχρι σήμερα και όλοι οι φιλόδοξοι πολιτικοί γνωρίζουν καλά ότι η μμης﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽στνραμμιτικ κομμάτων εαμβόνη τους ελπίδα για ανάδειξη είναι εντός του κόμματος.
Μοιραία, λοιπόν, τα πιο σοβαρά και αξιόλογα στελέχη των κομμάτων είτε επιλέγουν να συμβιβαστούν με αυτούς τους κανόνες είτε αποχωρούν από την πολιτική. Ως επί το πλείστον, μάλιστα, οι θέσεις τους επηρεάζουν ελάχιστα την ασκούμενη πολιτική του κόμματος και παραγκωνίζονται από τους πιο λαϊκιστές, αδίστακτους και διεφθαρμένους πολιτικούς.

Πιθανή διέξοδος;

Λαμβάνοντας υπόψιν την απαξίωση του δικομματισμού και την αποστροφή της κοινής γνώμης προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα, είναι φανερό ότι έχει δημιουργηθεί μία δυναμική να έρθουν στο προσκήνιο άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών, της επιστήμης, τεχνοκράτες κτλ. Είναι χαρακτηριστικό το παράγουν﷽﷽﷽﷽﷽﷽ιστερατικπιο υγεαμβδειγμα του Κοινωνικού Συνδέσμου. Άσχετα με τις πιθανές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς, το θεωρώ ως θετική εξέλιξη ακριβώς γιατί δείχνει την στροφή κάποιων σοβαρών ανθρώπων προς την ενεργή πολιτική δραστηριοποίηση, εκτός των γνωστών κομμάτων. Δυστυχώς αυτή η προσπάθεια περιλαμβάνει και τον Φλωρίδη, αμφιλεγόμενο πολιτικό με θητεία σε υπουργικούς θώκους και μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την παρούσα κοινωνική και οικονομικοπολιτική κατάσταση.
Ταυτόχρονα παρατηρείται μία εντυπωσιακή άνοδος στις δημοσκοπήσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το θεωρώ πολύ θετικό γεγονός, καθώς είναι μια προσπάθεια κάποιων ανθρώπων της αριστεράς να ξεφγουν﷽﷽﷽﷽﷽﷽ιστερατικπιο υγεαμβύγουν από την στείρα διαφωνία με όλα, την αντίδραση για την αντίδραση, την επιστροφή σε σταλινικές και απαρχαιωμένες απόψεις, την προστασία προνομιούχων συντεχνιών, τον άκρατο λαϊκισμό, τον αριστερισμό κτλ., ενώ παράλληλα επιθυμούν να τονίσουν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, την οικολογία και την κοινωνική ευαισθησία.
Σε αντίστοιχο πλαίσιο κινείται και η άνοδος των Οικολόγων που παρατηρείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Εκτιμώ ότι τα τρία παραπάνω παραδείγματα κινούνται στον κεντροαριστερό χώρο και στην ουσία καλύπτουν, το καθένα από τη δική του οπτική, τον χώρο που θεωρητικά υποτίθεται ότι καλύπτει το ΠΑΣΟΚ.
Εκτιμώ ότι υπάρχουν ουσιώδεις συνθήκες για ενδεχόμενη συνεργασία μεταξύ των τριών παραπάνω σχηματισμών και τη δημιουργία ενός σχετικού φορέα, τουλάχιστον σε προγραμματικό επίπεδο, που θα εξασφάλιζε μια πιθανή μετεκλογική συνεργασία. Τονίζω το μετεκλογική, γιατί πολύ απλά θεωρώ κρίσιμο να υπάρχει ακριβής καταγραφή των συσχετισμών των δυνάμεων και να εκφραστεί ο πολίτης με μεγαλύτερη σαφήνεια προς την παράταξη που επιθυμεί.

Αφήνω έξω από αυτήν την συνεργασία το ΠΑΣΟΚ γιατί οι δύο κυρίαρχες τάσεις στο εσωτερικό του δεν έχουν κοινή συνισταμένη με τους φορείς αυτούς, κυρίως σε ότι αφορά την πράξη και λιγότερο την ρητορεία. Με άλλα λόγια, η κάλυψη και η παροχή σκανδαλωδών προνομίων σε συνδικαλιστές και συντεχνίες σε συνδυασμό με τη δημιουργία εν,﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ικστερελεσματικορητικάαμβός, τεράστιου και αναποτελεσματικού γραφειοκρατικού δημόσιου τομέα, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που, εγώ τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι ως αριστερή ή σοσιαλιστική πολιτική. Το αντίπαλο εσωκομματικό δέος σε αυτό το παλαιοκομματικό ΠΑΣΟΚ, είναι οι «εκσυγχρονιστές», που θεωρούν ως εκσυχρονισμό την εφαρμογή των χειρότερων νεοφιλεύθερων πρακτικών, σε βάρος μάλιστα του κοινωνικού συνόλου. Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρηματιών, των εργολάβων, των καναλαρχών, ειδικά των φιλικών προς το κόμμα, με τον αδιαφανή και διαπλεκόμενο τρόπο που γίνεται, δεν ανταποκρίνεται ούτε καν στα φιλελεύθερα πρότυπα που θεωρητικά έπρεπε να πρεσβεύει. Κοινή συνισταμένη των δύο τάσεων; Απομύζηση του δημόσιου πλούτου, καταστροφή του κοινωνικού κράτους, διαπλοκή, παραμονή στην εξουσία.

Προσωπικά θα επιθυμούσα την συνεργασία του φορέα συνεργασίας για το κέντρο, όπως θα μπορούσε να λέγεται μια τέτοια πρωτοβουλία, με κάποια στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Άσχετα με την πολύ κακή εικόνα που έχω για τις πρακτικές και τις μεθόδους του ΠΑΣΟΚ, οφείλω να αναγνωρίσω ότι έχει στους κόλπους του πολλά και ικανά στελέχη, που δυστυχώς για αυτούς δεν έχουν σημαντική παρουσία στα εσωκομματικά και δύσκολα ανέρχονται στην κομματική ιεραρχία. Από τους λεγόμενους κορυφαίους νομίζω ότι μόνο πολιτικοί του ύφους του Ραγκούση και του Μόσιαλου θα μπορούσαν να έχουν θέση, καθώς οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι προϊόντα της εσωκομματικής παθογένειας.
Αυτός ο διευρυμένος φορέας που περιγράφω, έχει χώρο για στελέχη και από άλλες παρατάξεις. Ειδικότερα πιστεύω ότι εντός του ΣΥΝ (και ΣΥΡΙΖΑ) υπάρχουν στελέχη που δεν συμφωνούν με την ριζοσπαστική ρητορεία της ηγεσίας και των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ και για τους δικούς τους λόγους ο καθένας δεν θέλησε να συνταχθεί με τον Κουβέλη. Πιθανόν να έβρισκαν κοινό τόπο στον φορέα αυτόν.

Αντίστοιχα βλέπω τα πράγματα από την δεξιά οπτική. Στη ΝΔ τα πράγματα εκτιμώ ότι είναι σε οριακό σημείο. Η προοπτική κυβερνητικής εξουσίας μετριάζει τις αντιδράσεις, είναι όμως γεγονός ότι οι τριβές είναι πολλές. Ο Σαμαράς εκφράζει το κομμάτι της λαϊκής δεξιάς (ή μήπως λαϊκίστικης) που καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από το ΛΑΟΣ, δεν καταφέρνει όμως να περιορίσει τα ποσοστά του τελευταίου. Αντίθετα, οι πρακτικές του Σαμαρά έχουν ενοχλήσει τους καραμανλικούς (με την ευρύτερη έννοια, όχι δηλαδή τους πιστούς στον Κωστάκη), ενώ με την αποχώρηση της Ντόρας και οι πιο μετριοπαθείς κεντρώοι της ΝΔ δεν φαίνεται να έχουν μέσο ουσιαστικής έκφρασης εντρας﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ χβωρ παρουσία στελεχώαμβός του κόμματος.  Η τρόικα της ΝΔ με Χατζηδάκη, Μητσοτάκη και Σπηλιωτόπουλο έχει στοιχεία προγραμματικής σύγκλισης με τον προαναφερθέντα φορέα.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι στην πρόταση που περιγράφω είναι εύκολο να διατυπωθούν πολλές αντιρρήσεις, κυρίως σε ότι έχει να κάνει με την πιθανή παρουσία σε αυτήν στελεχών που έχουν μακρά θητεία σε θέσεις ευθύνης με τα δύο μεγρας﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ χβωρ παρουσία στελεχώαμβάλα κόμματα, άλλωστε εγώ πρώτος απέκλεισα τον Φλωρίδη από τον Κοινωνικό Σύνδεσμο, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, όμως πιστεύω ότι μία ουσιαστική πρόταση διακυβέρνησης της χώρας πρέπει να περιλαμβάνει και κάποια έμπειρα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία τουλάχιστον έχουν δείξει είτε κάποιο αξιόλογο έργο είτε εκφράζουν ορθολογικό και ρεαλιστικό πολιτικό λόγο.
Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε δυνητικά να δημιουργηθεί χώρος στον προτεινόμενο φορέα ακόμα και για την Δημοκρατική Συμμαχία, καθώς η επιχειρηματολογία της χαρακτηρίζεται ακριβώς από ρεαλισμό και ορθολογισμό. Η βασικότερη ένσταση με το συγκεκριμένο κόμμα έχει να κάνει περισσότερο με την αναντιστοιχία των τωρινών απόψεων της Ντόρας και των πράξεών της στο παρελθόν, θεωρώ όμως ότι ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, είναι προς όφελος του πολιτικού διαλόγου να επικροτούνται οι διαυγείς τοποθετήσεις, ενώ παράλληλα στελέχη της Δημοκρατικής Συμμαχίας πληρούν αρκετές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τους στον φορέα που περιγράφηκε παραπάνω.

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι ένας φορέας με κεντροαριστερό πυρήνα (Κοινωνικός Σύνδεσμος, Δημοκρατική Αριστερά, τμήμα του ΠΑΣΟΚ, Οικολόγους) και συνεργασία από ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τους μετριοπαθείς κεντρώους φιλελεύθερους της ΝΔ και στοιχεία από τη Δημοκρατική Συμμαχία μέχρι και τη Δράση, θα είχε τα εχέγγυα για να συγκροτήσει μία κυβέρνηση συνεργασίας, άσχετα με μνημονιακές ή αντιμνημονιακές ρητορείες και στη βάση εξορθολογισμού της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και του κράτους γενικότερα, μειώνοντας τις παθογένειες της ελληνικής πραγματικότητας και καλλιεργώντας ένα πιο αισιόδοξο και αξιοκρατικό περιβάλλον.
Η σχετική πρωτοβουλία «Για την Ελλάδα, τώρα!» που διοργανώνει εκδήλωση στις 22/1/2012 και υποστηρίζεται από σοβαρούς ανθρώπους, δείχνει ότι υπάρχει κινητικότητα προς την κατεύθυνση αυτή. Στην εκδήλωση αυτή θα μιλήσει και ο Μπουτάρης, τον οποίο θεωρώ ως τον πολιτικό που είχε ανάγκη η εγχώρια πολιτική σκηνή.
Νέα κόμματα δε νομίζω ότι θα είχε νόημα να δημιουργηθούν τώρα, αφού θα στελεχώνονταν κατά πάσα πιθανότητα από κάποιους από τους πολιτικούς που προαναφέρθηκαν και λογικά υπάρχει το ενδεχόμενο να πολωθεί το κλίμα, που καλώς ή κακώς είναι ακόμα σχετικά ήρεμο, αλλά και να υπάρξει πολυδιάσπαση των δημοκρατικών δυνάμεων..

Ίσως το προτεινόμενο σενάριο να μην έχει πολλές πιθανότητες πραγματοποίησης, το θεωρώ όμως ρεαλιστικό και αρκετά ελπιδοφόρο.
Ίδωμεν...